Θρησκευτικά: Λάθη και παραλήψεις. Από την Θεολογία στα Θρησκευτικά και από τα Θρησκευτικά στην Θρησκειολογία…


Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε μάρτυρες διαφόρων τοποθετήσεων, που αφορούν το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία. Από την μία πλευρά, υπέρμαχοι υποστηρικτές της εφαρμογής των νέων σχολικών εγχειριδίων και του νέου σχολικού προγράμματος. Από την άλλη, υπέρμαχοι υποστηρικτές της ακύρωσης και των νέων σχολικών εγχειριδίων και του νέου προγράμματος για τα Θρησκευτικά. Και στις δύο πλευρές εντοπίζονται ικανά επιχειρήματα προβολής θέσεων.

Ωστόσο, παρουσιάζονται ακρότητες. Οι υποστηρικτές της εφαρμογής των νέων βιβλίων κατηγορούν όσους έχουν αντίθετη άποψη ως φονταμενταλιστές, συντηρητικούς και παρωχημένους. Από την άλλη πλευρά εξαπολύονται κατηγορίες για επέλαση νεωτεριστών, οικουμενιστών και εχθρών της πίστεως. Δυστυχώς και οι δύο μερίδες βρίσκονται στην εγωκεντρικότητα των τοποθετήσεων τους. Ότι παραμένει όμως στην εγωκεντρικότητα βρίσκεται αυτόματα εκτός Εκκλησίας.

Πώς να οικοδομήσεις λόγο και ψυχές -παιδικές ψυχές- όταν οι ίδιες σου οι θέσεις είναι εκτός Εκκλησίας;

Α) Τα λάθη του παρελθόντος.

1. Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία δεν αποτελεί θρησκεία. Στην θρησκεία ο άνθρωπος επιχειρεί να ανακαλύψει το Θεό. Στην Εκκλησία ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Γι’ αυτό ακριβώς έχουμε Εκκλησία εξ’ αποκαλύψεως και όχι Θρησκεία εξ’ ανακαλύψεως. Παρόλα αυτά, σε μια καταχρηστική πρακτική, δεχθήκαμε επί χρόνια το νόημα του Ευαγγελίου, η διδασκαλία των Πατέρων και το περιεχόμενο της Εκκλησίας, να διατυπώνονται σε μαθησιακά «θρησκευτικά» σχήματα και κανένας ποτέ δεν αντέδρασε. Στην πραγματικότητα, ακόμα και η Εκκλησία και οι Θεολόγοι δέχθηκαν σιωπηρά τον όρο «Θρησκευτικά», θέτοντας το περιεχόμενο της Θεολογίας σε ένα καταχρηστικό και συστημικό περιβάλλον, που δεν αφήνει κανένα περιθώριο προβολής της βιωματικής εμπειρίας του περιεχομένου της Θεολογίας και της Εκκλησίας.

Το πρόβλημα που απορρέει σήμερα από αυτή την πρακτική είναι το πώς μπορεί κάποιος να προβάλει την απαίτηση η διδασκαλία της Εκκλησίας να μην προβάλλεται ως θρησκεία και να αρνείται μάλιστα την σύγκριση με τις άλλες θρησκείες.

Δυστυχώς είναι αργά! Οι βολεμένες πρακτικές χρόνων γεννούν σήμερα προβλήματα. Αν θα θέλαμε να μην αντιμετωπίζεται η Θεολογία της Εκκλησίας ως «Θρησκεία», θα έπρεπε να έχουμε τακτοποιήσει τα πράγματα στην ορθή βάση εξ’ αρχής. Η σιωπηρή αποδοχή της κρατικής υποστήριξης στην διδασκαλία του θεολογικού μαθήματος μετέτρεψε τον θεολόγο σε «θρησκευτικό» (έτσι φωνάζουν οι μαθητές τον Θεολόγο πλέον!), και την διδασκαλία-Θεολογία της Εκκλησίας σε «Θρησκευτικά». Μοιραία λοιπόν η σύγκριση είναι αναπόφευκτη εκ των συνθηκών.

2. Το μάθημα των θρησκευτικών διδάσκεται στα σχολεία από θεολόγους. Όμως, πολλές φορές, τυγχάνει οι θεολόγοι να ακολουθούν την θεολογική πορεία βιοποριστικά και όχι βιωματικά κατ’ επιλογή ουσίας. Το σύστημα διορισμού και επιλογής των εκπαιδευτικών δεν εξετάζει την σχέση του διδάσκοντος με το διδασκόμενο αντικείμενο. Έτσι, πολλές φορές η Θεολογία θεραπεύεται από ανθρώπους ανάγκης και επαγγέλματος και όχι από ουσιαστικούς δασκάλους με επίγνωση ρόλου και καθήκοντος. Στις περιπτώσεις, στις ελάχιστες περιπτώσεις, ειδικών προσλήψεων σε συγκεκριμένα σχολεία και με καθεστώς ειδικών επιτροπών γνωμοδότησης, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Εκεί τα κριτήρια γίνονται άκρως υποκειμενικά και σαφώς ωφελούνται όσοι έχουν καλές δημόσιες σχέσεις για την κάλυψη θέσεων. Όμως, ο θεολόγος είναι προβολέας βιώματος και όχι διαχειριστής επικοινωνιακών μοντέλων. Είναι λογικό οι άνθρωποι αυτοί να αποτυγχάνουν στο έργο τους και μάλιστα με την «ευλογία» όσων τους προωθούν.

Θρησκευτικά: Λάθη και παραλήψεις. Από την Θεολογία στα Θρησκευτικά και από τα Θρησκευτικά στην Θρησκειολογία…

3. Ο εφησυχασμός της μάθησης των αληθειών της πίστεως στα σχολειά όλων των βαθμίδων, εκμηδένισε το διδακτικό έργο της Εκκλησίας στα Κατηχητικά Σχολεία της Ενορίας. Γονείς και παιδιά περιφρόνησαν και περιφρονούν το έργο της κατηχητικής πνευματικής δράσης. Είναι λογικό. Οι «δάσκαλοι» των Κατηχητικών Σχολείων πολλές φορές δεν είναι θεολόγοι. Τα κατηχητικά στελεχώνονται από ευγενείς εθελοντές που έχουν καλή σχέση με την ενορία, αλλά που εκ των πραγμάτων μη όντες θεολόγοι, αδυνατούν να ανταποκριθούν στους προβληματισμούς των νέων της σύγχρονης εποχής με ασφάλεια. Ακριβώς λόγω αυτής της αδυναμίας, τα κατηχητικά κατάντησαν χώροι που λέγονται ιστοριούλες, τραγουδάκια και παίζονται παιχνίδια. Ελάχιστες εξαιρέσεις πραγματικής κατηχητικής δράσης, χάνονται στο πλήθος των υποτονικά κινουμένων κατηχητικών σχολείων. Έτσι η κατήχηση των χριστιανών, από μέλημα της Εκκλησίας έγινε υποχρέωση της πολιτείας. Όταν όμως η προβολή ενός τρόπου βιώματος και πίστης μετατρέπεται σε υποχρέωση, ουδέν ωφελεί. Το κατηχητικό έργο είναι ακραιφνώς δουλειά της Εκκλησίας. Η αποτυχία του χρεώνεται στον κλήρο όλων των βαθμίδων. Όταν όμως η ίδια η Εκκλησία έχει αδρανήσει στα δικά της «σχολεία» πώς μπορεί να υπάρχει η απαίτηση υποστήριξης του θεολογικού περιεχομένου στα κρατικά σχολειά;

4. Η Εκκλησία πάντοτε έμενε οχυρωμένη στο καθεστώς πως το μάθημα είναι Ομολογιακό και θεωρούσε ότι τούτος ο όρος αποτελεί δεδομένο ασφάλειας του περιεχομένου της θεολογικής διδασκαλίας. Ποτέ όμως κανένας δεν αναρωτήθηκε πως μπορεί να είναι ομολογιακό ένα μάθημα, όταν οι συμμετέχοντες καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αυτό, δεν γνωρίζουν την Ομολογία της Πίστεως. Το επιχείρημα ότι αυτός ακριβώς είναι ο στόχος, δηλ. οι μαθητές να γνωρίσουν την Ομολογία της Πίστεως μαθησιακά, πίπτει εκ των προτέρων υπό την λογική ότι η ομολογία δεν είναι αποτέλεσμα μόνο γνώσης, αλλά και πίστης. Ακόμα και σήμερα πολλοί υποστηρίζουν τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος. Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε: Το μάθημα οδηγεί στην Ομολογία ή η Ομολογία στο μάθημα; Αυτοί οι προβληματισμοί ποτέ δεν διατυπώθηκαν. Έτσι το θεολογικό μάθημα στα σχολεία, έγινε ομολογία κοινωνιολογικών, ψυχολογικών, φιλοσοφικών και ενίοτε πολιτικών προβληματισμών. Ωστόσο, την Θεολογία δεν μπορείς να την προσεγγίσεις μέσα από κοινωνιολογικά, ψυχολογικά, φιλοσοφικά και πολιτικά σχήματα. Είναι ψευδαίσθηση το εγχείρημα ότι μέσω των άλλων επιστημών δύναται κάποιος να αναλύσει ορθότερα την θεολογική σπουδή. Το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί πειραματικό εγχειρίδιο στις επιστήμες της κάθε εποχής. Σαφώς και η σύζευξη με τα συμπεράσματα των άλλων επιστημών είναι αναγκαία, αλλά δια της Θεολογίας. Δυστυχώς, η πορεία που μέχρι σήμερα ακολουθήθηκε ήταν ακριβώς αντίστροφη και ιδού το αποτέλεσμα.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Διαφημιστείτε στο Lavaron

Για να μάθετε περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ

Μετάβαση στο περιεχόμενο